Αξιολόγηση Χρήστη: 5 / 5

Αστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια ΕνεργάΑστέρια Ενεργά
 

Ένας τερ­μα­το­φύ­λα­κας απο­κρού­ει σουτ μέ­σα στη με­γά­λη πε­ριο­χή.
Το πο­δο­σφαι­ρι­κό παι­χνί­δι βα­σί­ζε­ται σε ένα σύ­νο­λο κα­νό­νων, που εί­ναι γνω­στοί ως Κα­νό­νες Παι­χνι­διού, και παί­ζε­ται με τη χρή­ση μιας φου­σκω­μέ­νης ελα­στι­κής σφαί­ρας, της μπά­λας πο­δο­σφαί­ρου. Με στρί­ψι­μο κέρ­μα­τος πριν από την έναρ­ξη του αγώ­να απο­φα­σί­ζε­ται σε ποια πλευ­ρά του γη­πέ­δου θα εγκα­τα­στή­σει την εστία της κά­θε ομά­δα και ποια θα εκτε­λέ­σει το εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα. Κα­τά τη διάρ­κεια του αγώ­να, κά­θε ομά­δα προ­σπα­θεί να οδη­γή­σει τη μπά­λα στην εστία της αντί­πα­λης, που ορί­ζε­ται από το «τέρ­μα» σε κα­θε­μιά από τις στε­νές πλευ­ρές του γη­πέ­δου και φυ­λάσ­σε­ται από συ­γκε­κρι­μέ­νο παί­κτη, τον τερ­μα­το­φύ­λα­κα. Εφό­σον ολό­κλη­ρη η μπά­λα πε­ρά­σει πί­σω από τη γραμ­μή, ανά­με­σα από τα δύο κα­τα­κό­ρυ­φα και το ορι­ζό­ντιο δο­κά­ρι του αντί­πα­λου τέρ­μα­τος, και εφό­σον δεν έχει προη­γη­θεί κά­ποια πα­ρά­βα­ση από την επι­τι­θέ­με­νη ομά­δα, τό­τε η ομά­δα αυ­τή θε­ω­ρεί­ται ότι ση­μεί­ω­σε «γκολ» ή «τέρ­μα».

Αν από λά­θος κα­τά τη δια­δι­κα­σία από­κρου­σης παί­κτης της αμυ­νό­με­νης ομά­δας στεί­λει ο ίδιος τη μπά­λα στο τέρ­μα, τό­τε θε­ω­ρεί­ται και πά­λι ότι ση­μειώ­θη­κε γκολ υπέρ της επι­τι­θέ­με­νης ομά­δας («αυ­το­γκόλ»). Η ομά­δα που έχει πε­τύ­χει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα τέρ­μα­τα στο τέ­λος του παι­χνι­διού εί­ναι η νι­κή­τρια.

Σε πε­ρί­πτω­ση ίσου αριθ­μού γκολ, το παι­χνί­δι λή­γει ισό­πα­λο ή οδη­γεί­ται στην πα­ρά­τα­ση ή / και στα πέ­ναλ­τι, ανά­λο­γα με τη δια­δι­κα­σία που προ­βλέ­πε­ται στη διορ­γά­νω­ση. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα επαγ­γελ­μα­τι­κά παι­χνί­δια ση­μειώ­νο­νται μό­νο με­ρι­κά γκολ. Στην αγ­γλι­κή Πρέ­μιερ Λιγκ, για πα­ρά­δειγ­μα, την πε­ρί­ο­δο 2005-06 ο μέ­σος όρος γκολ ανά αγώ­να ήταν 2,48.

Οι επι­τι­θέ­με­νοι πο­δο­σφαι­ρι­στές προ­σπα­θούν να δη­μιουρ­γή­σουν ευ­και­ρί­ες για γκολ μέ­σω επι­δέ­ξιων ατο­μι­κών ελιγ­μών απο­φυ­γής του αντι­πά­λου (ντρί­μπλα), με­τα­βί­βα­σης της μπά­λας σε συ­μπαί­κτη (πά­σα) και βο­λής προς το τέρ­μα (σουτ). Οι αμυ­νό­με­νοι πο­δο­σφαι­ρι­στές προ­σπα­θούν να ανα­κτή­σουν τον έλεγ­χο της μπά­λας εί­τε ανα­κό­πτο­ντας μια πά­σα εί­τε διεκ­δι­κώ­ντας τη μπά­λα από τον αντί­πα­λο πο­δο­σφαι­ρι­στή (τά­κλιν).

Η φυ­σι­κή επα­φή με­τα­ξύ των αντι­πά­λων εί­ναι πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Θε­με­λιώ­δης κα­νό­νας του πο­δο­σφαί­ρου εί­ναι ότι κα­νέ­νας παί­κτης, εκτός από τον τερ­μα­το­φύ­λα­κα, δεν μπο­ρεί να χει­ρι­στεί σκό­πι­μα τη μπά­λα με τα άνω άκρα του, από τον ώμο ως την άκρη των δα­κτύ­λων, κα­τά τη διάρ­κεια του αγώ­να μέ­σα στον αγω­νι­στι­κό χώ­ρο.

Ο τερ­μα­το­φύ­λα­κας επι­τρέ­πε­ται να χει­ρι­στεί τη μπά­λα με τα χέ­ρια του εφό­σον βρί­σκε­ται μέ­σα στην με­γά­λη πε­ριο­χή μπρο­στά από τη δι­κή του εστία. Οι άλ­λοι παί­κτες μπο­ρούν να χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τα χέ­ρια τους μό­νο για την επα­να­φο­ρά της μπά­λας στον αγω­νι­στι­κό χώ­ρο (εκτέ­λε­ση «πλά­γιου άουτ»). Πα­ρά το γε­γο­νός ότι οι παί­κτες χρη­σι­μο­ποιούν συ­νή­θως τα πό­δια τους για να κυ­κλο­φο­ρή­σουν τη μπά­λα στο αγω­νι­στι­κό χώ­ρο, χρη­σι­μο­ποιούν πε­ρι­στα­σια­κά και το κε­φά­λι («κε­φα­λιά» με το μέ­τω­πο), το στή­θος ή άλ­λο μέ­λος του σώ­μα­τος.

Όλοι οι πο­δο­σφαι­ρι­στές εί­ναι ελεύ­θε­ροι να κι­νού­νται σε ολό­κλη­ρο τον αγω­νι­στι­κό χώ­ρο και να παί­ζουν τη μπά­λα προς οποια­δή­πο­τε κα­τεύ­θυν­ση, αρ­κεί ένας επι­τι­θέ­με­νος παί­κτης να μην βρί­σκε­ται κο­ντά στο αντί­πα­λο τέρ­μα όταν λά­βει τη μπά­λα έχο­ντας μό­νο τον αμυ­νό­με­νο τερ­μα­το­φύ­λα­κα με­τα­ξύ του ιδί­ου και του τέρ­μα­τος («θέ­ση οφ­σάιντ»).

Το παι­χνί­δι έχει γε­νι­κά ελεύ­θε­ρη ροή, που στα­μα­τά μό­νο όταν η μπά­λα πε­ρά­σει έξω από τον αγω­νι­στι­κό χώ­ρο ή όταν δια­κο­πεί από τον διαι­τη­τή λό­γω πα­ρά­βα­σης των κα­νό­νων. Με­τά από δια­κο­πή, το παι­χνί­δι ξα­ναρ­χί­ζει με ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο τρό­πο επα­νεκ­κί­νη­σης.

Αν και οι Κα­νό­νες Παι­χνι­διού δεν κα­θο­ρί­ζουν τις θέ­σεις των πο­δο­σφαι­ρι­στών στο γή­πε­δο εκτός από τη θέ­ση του τερ­μα­το­φύ­λα­κα, οι πο­δο­σφαι­ρι­στές συ­νή­θως κα­τα­τάσ­σο­νται σε τρεις κύ­ριες κα­τη­γο­ρί­ες, ανά­λο­γα με τις συ­γκε­κρι­μέ­νες θέ­σεις στις οποί­ες συ­νή­θως αγω­νί­ζο­νται: επι­θε­τι­κοί (με κύ­ριο στό­χο την επί­τευ­ξη γκολ), αμυ­ντι­κοί (που ει­δι­κεύ­ο­νται στην απο­τρο­πή τερ­μά­των από τους αντι­πά­λους) και στους μέ­σους, με κύ­ριο κα­θή­κον να δια­τη­ρή­σουν την κα­το­χή της μπά­λας, να παίρ­νουν την μπά­λα από τους αμυ­ντι­κούς και να την προ­ω­θούν στους επι­θε­τι­κούς της ομά­δας τους.

Οι θέ­σεις αυ­τές εξει­δι­κεύ­ο­νται πε­ραι­τέ­ρω ανά­λο­γα με το ση­μείο στο οποίο εί­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νος κά­θε πο­δο­σφαι­ρι­στής. Για πα­ρά­δειγ­μα, υπάρ­χουν κε­ντρι­κοί αμυ­ντι­κοί και αρι­στε­ρός ή δε­ξιός ακραί­ος μέ­σος. Οι δέ­κα πο­δο­σφαι­ρι­στές στις θέ­σεις αυ­τές μπο­ρούν να δια­τάσ­σο­νται σε οποιο­δή­πο­τε συν­δυα­σμό. Ο αριθ­μός των πο­δο­σφαι­ρι­στών σε κά­θε θέ­ση κα­θο­ρί­ζει τη στρα­τη­γι­κή κά­θε ομά­δας. Πε­ρισ­σό­τε­ροι επι­θε­τι­κοί και λι­γό­τε­ροι αμυ­ντι­κοί δη­μιουρ­γούν ένα πιο επι­θε­τι­κό παι­χνί­δι, ενώ το αντί­θε­το δη­μιουρ­γεί ένα πιο αμυ­ντι­κό στυλ παι­χνι­διού.

Η διά­τα­ξη των πο­δο­σφαι­ρι­στών μιας ομά­δας εί­ναι γνω­στή σαν σύ­στη­μα πο­δο­σφαί­ρου και εί­ναι συ­νή­θως ευ­θύ­νη του προ­πο­νη­τή της ομά­δας. Σε κά­θε ομά­δα υπάρ­χει ένας πο­δο­σφαι­ρι­στής σε ρό­λο αρ­χη­γού, με μό­νες ιδιαί­τε­ρες αρ­μο­διό­τη­τές του, σύμ­φω­να με τους Κα­νό­νες του Παι­χνι­διού, τη συμ­με­το­χή στην κλή­ρω­ση πριν από το εναρ­κτή­ριο λά­κτι­σμα ή το πέ­ναλ­τι και κά­ποιο βαθ­μό ευ­θύ­νης για τη συ­μπε­ρι­φο­ρά της ομά­δας του μέ­σα στο γή­πε­δο.


 Πηγή: wikipedia